βράχεα

βράχεα, τά, as if from a nom. βράχος, τό (or [full] βραχέα, neut. pl. of βραχύς, Arist.HA568b28):—
A shallows, Hdt.2.102, 4.179, Th.2.91, Plb.1.39.3, etc.: sg. only late, Procop.Pers.1.19, Goth.1.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βράχεα — βράχεα, τα (Α) και βράχος, το (Μ) ρηχά νερά, τενάγη. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς. Ο τ. βράχεα πιθ. από τον πληθ. του ουδετέρου του επιθ. βραχύς, με αναβιβασμό του τόνου. Ο ενικός βράχος (το) εμφανίζεται στον Βυζαντινό ιστορικό Προκόπιο] …   Dictionary of Greek

  • βράχεα — shallows neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχέα — βραχύς short neut nom/voc/acc pl (epic ionic) βραχέᾱ , βραχύς short fem nom/voc/acc dual (epic ionic) βραχύς short fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχέ' — βραχέα , βραχύς short neut nom/voc/acc pl (epic ionic) βραχέα , βραχύς short fem nom/voc sg (epic ionic) βραχέϊ , βραχύς short masc/neut dat sg βραχέαι , βραχύς short fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχεῖσιν — βράχεα shallows neut dat pl (attic epic ionic) βραχύς short masc/neut dat pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχέας — βραχέᾱς , βραχύς short fem acc pl (epic ionic) βραχύς short masc acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχέων — βράχεα shallows neut gen pl (epic doric ionic aeolic) βραχύς short masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) βραχέω̆ν , βραχύς short masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχίων — βράχεα shallows neut gen pl (doric ionic) βραχί̱ων , βραχίων arm masc nom/voc sg βραχύς short masc/neut gen pl (doric) βραχύς short masc/fem nom comp sg (ionic) βραχί̱ων , βραχύς short masc/fem nom comp sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράχεσι — βράχεα shallows neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράχεσιν — βράχεα shallows neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράχη — βράχεα shallows neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.